Project Description

Η Οινόη ήταν σίγουρα η αρχαιότερη και επικρατέστερη πόλη στην Ικαρία. Tα ερείπιά της, που κατάκεινται γύρω από την εκβολή του ποταμού Βουτσιδέ (πιθανή παραφθορά της λέξης ‘βουθυσία’), πέρα του Ευδήλου, στη βόρεια πλευρά του νησιού, διηγούνται το κλέος της. Η Οινόη ήταν κτισμένη εκεί που σήμερα βρίσκονται κατάσπαρτα γύρω από τον ωραίο λόφο της Αγίας Ειρήνης, τα σπίτια του μικρού χωριού Κάμπος της Πέρας Μεριάς κα εκεί όπου το ίδιο χωριό απλώνει προς τη θάλασσα. Η πόλη φαίνεται να ήταν πατρίδα του Επαρχίδου. Μια επιτάφιος πλάκα, που ανήκει στο πρώτο μισό του Β΄ π.χ. αιώνα και η οποία βρέθηκε στην περιοχή της Οινόης, αναφέρει το όνομα «Επαρχίδης του Κτησιφώντος», με άλλα ονόματα της οικογένειάς του. Η Οινόη όφειλε ασφαλώς το όνομά της στην εξειδίκευση της καλλιέργειας της αμπελουργίας. Ό Εκαταίος ο Μιλήσιος αναφέρει ότι οι αρχαίοι τα αμπέλια τα έλεγαν και οίνας. Ο Καριώτης ιστορικός Παμφίλης υποστηρίζει ότι παρά την Οινόη υπήρχε η Πράμνη πέτρα κοντά στην οποία βλάστησε η Διονυσίας άμπελος, όπως την ονόμαζαν οι εγχώριοι ή η ιεράς άμπελος, από την οποία κα παράχθηκε το πρώτο, ο Πράμνιος οίνος. Όπως επιδείκνυαν κατά τους ιστορικούς χρόνους στην αθηναϊκή Ακρόπολη το ιερό δέντρο της Αθηνάς, την πρώτη ελαίαν που βλάστησε στην ελληνική γη, έτσι και στη νήσο της Ικαρίας, όπου «το πρώτο έφυ άμπελος», επιδείκνυαν την Πράμνην πέτρα, ιερά άμπελον του Διονύσου ή τη Διονυσιάδα άμπελον. Οπωσδήποτε, η Οινόη με τη φήμη της ειδικευμένης αμπελουργού, πρέπει να είχε αποκτήσει ανάλογη υλική ευρωστία. Οι εύφορες εκτάσεις του Κάμπου κα των μαγευτικών κατωφερειών της Μεσαριάς κα της Πέρας Μεριάς, θα είχαν ασφαλώς θαυμαστή απόδοση. Ο πράμνιος είχε γίνει το βασικό βιοτικό βάθρο του νησιού κατά τη διάρκεια των αρχαίων αιώνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι και στους χρόνους ακόμα του Πλινίου (α΄ αιών μ.χ.), γίνεται σοβαρός λόγος περί αυτού. Ο Λατίνος ιστορικός αναφέρει, ότι κα στην εποχή του εξακολουθούσε να διατηρεί ανέπαφη τη φήμη και την αξία του. Προσπάθειες απομίμησης του οίνου δεν θα έλειψαν από άλλες οινοπαραγωγικές περιοχές, που θα θέλησαν να εκμεταλλευτούν τη φήμη του, την οποία όμως διασφάλιζε τόσο η εξειδίκευση των Ικάριων καλλιεργητών, όσο και το ιδιαίτερο άρωμα το οποίο κα σήμερα ακόμη χαρακτηρίζει το ικαριώτικο σταφύλι. Δεν χωρά αμφιβολία ότι κοντά στην ακμάζουσα αμπελουργία πρόκοβε στο νησί και η κτηνοτροφία, η ναυπηγική κα η αλιεία, όπως άλλωστε μαρτυρείται και από την κατά παράδοση κα σήμερα επίδοση. Τα καρύδια, το μέλι, το κερί κα ιδίως η ξυλεία ως κύρια προϊόντα, συμπλήρωναν τις βάσεις του ικαριακού βίου. Είναι πολύ δύσκολο να υπολογισθεί ο πληθυσμός της Οινόης κα μάλιστα ανά ιστορικές εποχές. Ο Παμφίλης κάνει την υπόθεση ότι στους Μινωικούς χρόνους η πόλη ήταν περισσότερο πολυάριθμη από κάθε άλλη εποχή. Πάντως εκείνο το οποίο μπορεί να υποστηριχθεί περίπου με βεβαιότητα είναι ότι κατά τους μεγάλους αιώνες των Αθηνών, η Οινόη ήταν μία από τη δεύτερη ή τρίτη σε τάξη πόλη της Αθηναϊκής συμμαχίας, όπως συνάγεται από τις καταβολές των φόρων στο συμμαχικό ταμείο της Δήλου κα αργότερα των Αθηνών. Ο Στράβων στους κατοπινούς καιρούς αναφέρει την Ικαρία ως «λειπανδρούσαν» και χαρακτηρίζει την Οινόη ως πολισμάτιον. Ποια γεγονότα μεσολάβησαν για να φτάσει κα αυτή μαζί με τα άλλα πολίσματα του νησιού σε ραγδαία παρακμή, είναι προ το παρόν πολύ δύσκολο να εξακριβωθεί. Ίσως η εξήγηση του χρονικού της Οινόης αλλά και όλης της νήσου να βρίσκεται θαμμένη σε κάποια απόκρυφη για την ώρα πτυχή του εδάφους στον Κάμπο, δηλαδή τον χώρο της Οινόης, το Δράκανο, τα Θέρμα και το Ταυροπόλιον, που αναμένουν την σκαπάνη για να της εκμυστηρευτούν το κρυμμένο μυστικό τους.

Η βυζαντινή εποχή

Στους βυζαντινούς καιρούς η Οινόη γνώρισε νέα ακμή, όχι όμως ως Οινόη, αλλά ως Δολίχη, που όπως γνωρίζουμε είναι ένα από τα παμπάλαια ονόματα της νήσου. Η νέα αυτή ακμή μαρτυρούν από τα φανταχτερά ερείπια της βυζαντινής Δολίχης, το φρούριο της οποίας έστεκε προς το εσωτερικό της δυτικής πλευράς του Κάμπου. Η λάμψη της, στα ίχνη της αρχαίας ζωής, με σχεδόν τις ίδιες βιοτικές συνθήκες και στον ίδιο ακριβώς χώρο του παλαιού οικισμού, συνεχίσθηκε αργότερα όταν η Δολίχη επιλέχθηκε από τους Βυζαντινούς και τους Φράγκους για έδρα της βαρονίας και στη συνέχεια της κομητείας. Στα 1481 μ. χ., στην ακμή της πειρατείας και ενώπιον της απειλής του ερχομού των Τούρκων, οι Αράγκιοι της Γενούης, κυρίαρχοι της Ικαρίας, ύστερα από 124 έτη συνεχής κατοχής, μια μέρα την εγκατέλειψαν ξαφνικά για να καταφύγουν στην Χίο. Είχαν συνδεθεί πολύ με τον τόπο, που είχε καταστεί γη των πατέρων τους. Στην κορυφή του γραφικού λοφίσκου του Κάμπου, οι Βυζαντινοί της Δολίχης είχαν αναγείρει τον ναό της Αγίας Ειρήνης. Ήταν αγία προσφιλής τότε στις ταραγμένες εποχές της συνεχούς αβεβαιότητας. Όταν ήρθαν οι Φράγκοι της Γενούης εγκαταστάθηκαν στα ίδια αρχοντικά ή το παλάτιον της βυζαντινής υποδιοικήσεως, όπου άλλοτε έμενε ο τουρμάρχης του Στρατηγού της Σάμου κα ίσως κα οι εξόριστοι πρίγκιπες του Βυζαντίου που στέλνονταν εκεί για ασφαλή απομόνωση κα για τους οποίους μιλά με συγκίνηση η καριώτικη παράδοση. Οι Αράγκιοι καταλαμβάνοντας την Ικαρία μετέφεραν και τις γενουατικές συνήθειες, όπως μετέφεραν εκεί κα τα ήθη, τη σκαιά μεταχείριση κα την ματαιοδοξία των Γενουηνσίων εταίρων της Μαόνας της Χίου, της οποίας ήταν άλλωστε μέτοχοι. Η Αγία Ειρήνη χρησίμευσε πάλι ως μητρόπολη, αλλά αυτή τη φορά των Φράγκων κατακτητών. Για την εξοικονόμηση του βωμού της καθολικής λατρείας, προστέθηκαν τότε στην κόγχη του ιερού του ναού ο απαραίτητες βαθμίδες. Βρίσκονται πάντα στη θέση τους όπως τις άφησαν το πρωί της φυγής τους οι Αράγκιοι, με την εκκένωση της νήσου. Τις παρατήρησα κατά την εκεί επίσκεψή μου και μου έκανε εντύπωση όταν με πληροφόρησαν ότι κανείς δεν τις είχε μέχρι τότε προσέξει. Οι ζωηρές ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν το γυαλί των αρχαίων παραθύρων, έπαιζαν με τα χρώματά τους μέσα στο λιθόστρωτο του ναού, που είναι στρωμένος με χονδροειδή ψηφιδωτά κα με πέτρες που φαίνονται ότι χρησίμευαν άλλοτε κι ως δάπεδο άλλου και αρχαιότερου ιερού χώρου, ίσως του Διονύσου. (Ο Λ. Πολίτης θεωρεί το ναό μεταβυζαντινό κτίσμα, αναγερμένο στα θεμέλια προγενέστερης βασιλικής πολύ μεγαλύτερων διαστάσεων). Μέσα στη σιγή του ναού που τον διέκοπταν το χαρούμενο κα αμέριμνο τιτίβισμα των πουλιών κα ο φλοίσβος του κύματος του όρμου της     Οινόης, αναλογίστηκα τις σκηνές των συμπαθών περαστικών του βυζαντινού βίου και ιδίως του βίου της φραγκικής κομητείας, που είχαν διαδραματιστεί στο χώρο αυτό της κατάνυξης. Εδώ θα είχαν ζήσει οι άνθρωποι εκείνοι που χάθηκαν, τα χαρμόσυνα ή τα λυπηρά συμβάντα της ζωής τους. Εδώ η ευλάβεια των νησιωτών ύψωνε τις ικεσίες και τις ευχαριστίες της προς το θεό των Ελλήνων, όταν ευλογούσε ακόμα τις νίκες κατά των βαρβάρων. Εδώ έψελναν κατανυκτικά το Te Deum των Λατίνων, οι Επίσκοποι που είχαν εγκατασταθεί μαζί με τους κατακτητές. Κάτω απ τον ίδιο απέριττο θόλο θα ακούστηκαν οι δεήσεις για το συνεχές κα αδιάπτωτο μεγαλείο της «κραταιά και γαληνότατη Δημοκρατίας της Γενούης». Πανικοβλημένοι από τον ερχομό Τούρκων, οι Αράγκιοι εγκατέλειψαν ξαφνικά και για πάντα μαζί με όλα τα άλλα και τον καθεδρικό ναό και εξαφανίστηκαν. Οι υποτελείς νησιώτες, όσοι απέμειναν στο νησί και δεν ακολούθησαν τους κατακτητές στη Χίο ή δεν πήραν το δρόμο της διασποράς, στερημένοι από τη μισητή προστασία, αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν και αυτοί τους φανερούς οικισμούς κα μεταξύ αυτών πρώτη τη Δολίχην και έσπευσαν να αναζητήσουν καταφύγιο στις ορεινές φωλιές. Και εκείνοι που έφυγαν ίσως δια παντός από το νησί και εκείνοι που αποσύρθηκαν σε ορεινά κρησφύγετα, θα έκλαψαν βέβαια την πεφιλημένην αρχαία πρωτεύουσα, που ήταν γραφτό της να γίνει εντός μιας ίσως και μόνης μέρας, από κυψέλη ζωής χώρος θανάτου. Ο λιμένας της Δολίχης με τον καιρό φράχτηκε, το Κάστρο του Κοσκινά που ήταν η ασφάλειά τους εγκαταλείφθηκε και ακολούθησε η ερήμωση, η οποία πρόκειται να είναι ο παντοτινός θάνατος της Οινόης. Μόνο όταν βρεθεί κανείς στο λοφίσκο της Αγίας Ειρήνης κα ρίξει το βλέμμα προς την απαλή κατωφέρεια του κάμπου, αμυντήριον του Κοσκινά, τον κλεισμένο λιμένα και τα αμίλητα ερείπια, μπορεί να συλλάβει τη σκηνή της δραματικής εγκατάλειψης της Δολίχης από τους αποχωρούντες Φράγκους. Τώρα δεν απομένουν πια από το πέρασμα των υπεροπτικών Γενουηνσίων, παρά οι φραγκικές βαθμίδες του ιερού της Αγίας Ειρήνης. Από το βυζαντινό χρονικό, τα χαλάσματα των κατοικιών των εξόριστων πριγκίπων. Και από το αρχαίο κλέος της Οινόης, η υπόμνηση των λίθινων φορολογικών καταλόγων που βρέθηκαν στην Ακρόπολη των Αθηνών κα τα οποία μας πληροφορούν ότι η Οινόη συγκαταλέγεται μεταξύ των αρχαίων πόλεων που είχαν γράψει με μόχθο κα ανυποψίαστα, το ελληνικό θαύμα του Ε΄ αιώνος. (από το βιβλίο του Ι. Μελλά, Η Ιστορία της Νήσου Ικαρίας)